γάλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γάλα | γάλατα |
| γενική | γάλατος | γαλάτων |
| αιτιατική | γάλα | γάλατα |
| κλητική | γάλα | γάλατα |
[
]
Ετυμολογία
- γάλα < αρχαία ελληνική γάλα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *glakt-
[
]
Ουσιαστικό
γάλα ουδέτερο, γενική: γάλακτος και γάλατος
- θρεπτικό υγρό με υπόλευκο χρώμα και ελαφρώς γλυκιά γεύση, που εκκρίνεται από τους μαστούς των θηλυκών θηλαστικών μετά από την εγκυμοσύνη και με το οποίο τρέφονται τα μικρά τους
- αγελαδινό γάλα
- το υγρό που υφίσταται επεξεργασία από γαλακτοβιομηχανίες για κατανάλωση ή για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων
- παστεριωμένο γάλα
[
]
[
]
Σύνθετα
και
[
]
Μεταφράσεις
γάλα