λίπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λίπος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αρχαία ελληνική λίπος
λίπος < σημασιολογικό δάνειο από γαλλικά graisse και αγγλικά fat

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λίπος ουδέτερο

  1. το πάχος
  2. κάθε λιπαρή ουσία
  3. τα λιπίδια, κατηγορία χημικών ενώσεων με ανάλογη σύσταση / ιδιότητες

32πχ Μεταφράσεις[]