λίπος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- λίπος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αρχαία ελληνική λίπος
- λίπος < σημασιολογικό δάνειο από γαλλικά graisse και αγγλικά fat
Ουσιαστικό [
]
λίπος ουδέτερο