strait
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
strait (en)
- (αρχαϊκό) στενός, περιορισμένος από άποψη χώρου
- (αρχαϊκό) σωστός, αυστηρός
Ουσιαστικό [
]
strait (en)