strap
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πίνακας περιεχομένων
1
Αγγλικά (en)
1.1
Ουσιαστικό
1.1.1
Συγγενικές λέξεις
1.2
Ρήμα
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
strap
(en)
ιμάντας
,
λουρί
,
λουρίδα
,
λουράκι
give the strap
:
χτυπώ
κάποιον με λουρί,
μαστιγώνω
[
]
Συγγενικές λέξεις
strapless
[
]
Ρήμα
strap
(en)
δένω
,
στερεώνω
κάτι με ιμάντα
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Ρήματα (αγγλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Česky
Deutsch
English
Esperanto
Eesti
Suomi
Français
Magyar
Ido
Italiano
ಕನ್ನಡ
한국어
မြန်မာဘာသာ
Polski
Русский
Simple English
தமிழ்
తెలుగు
Tiếng Việt
中文