suivi
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- suivi < suivre
Προφορά [
]
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | suivi | suivis |
| θηλυκό | suivie | suivies |
suivi (fr)
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| suivi | suivis |
suivi (fr) αρσενικό
[
]
- → δείτε τη λέξη: suivre