λογικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- λογικός < αρχαία ελληνική
Επίθετο [
]
λογικός, -ή, -ό
- που αναφέρεται στο λόγο, τη λογική, την ικανότητα του νου να σκέφτεται και να καταλήγει σε συμπεράσματα
- η λογική ικανότητα του ανθρώπου
- που διαθέτει λογική
- που συμφωνεί με τη λογική, τον ορθό λόγο
- που ενεργεί με σύνεση
- ο Γιάννης είναι λογικός άνθρωπος, δε θα έκανε τέτοια τρέλα
- μέτριος, όχι υπερβολικός
- θέλω να νοικιάσω ένα διαμέρισμα σε λογική τιμή
[
]
Μεταφράσεις [
]
λογικός
|