tear
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα 1
tear (en) (αόρ. : tore, παθ. μτχ. : torn)
- (μεταβατικό) σχίζω
- (αμετάβατο) σχίζομαι
- κινούμαι με πολύ μεγάλη ταχύτητα
- tear down: κατεδαφίζω
[
]
[
]
Ουσιαστικό 1
tear (en)
- το σχίσιμο (το αποτέλεσμα του σχίζω)
[
]
Ρήμα 2
tear (en) (αόρ. : teared, παθ. μτχ. : teard)
[
]
Ουσιαστικό 2
tear (en)
- το δάκρυ