écran

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

écran 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
écran écrans

écran (fr) αρσενικό

  1. το αλεξίπυρο που προφυλάσσει τον τοίχο σε ένα τζάκι από την υπερβολική θερμότητα
  2. η οθόνη