étoilé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό étoilé étoilés
θηλυκό étoilée étoilées

étoilé (fr)

  1. έναστρος
    le ciel étoilé - ο έναστρος ουρανός

Εκφράσεις[επεξεργασία]