étudiant

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

étudiant < étudier

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.ty.djɑ̃/
étudiant 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό étudiant étudiants
θηλυκό étudiante étudiantes

étudiant (fr) αρσενικό

Le mouvement étudiant prend de l'ampleur. Το φοιτητικό κίνημα μεγαλώνει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό étudiant étudiants
θηλυκό étudiante étudiantes

étudiant (fr) αρσενικό

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

étudiant (fr)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: étudier