Μετάβαση στο περιεχόμενο

Όρεγκον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Όρεγκον < (άμεσο δάνειο) αγγλική Oregon

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Όρεγκον ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]