Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μέιν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μέιν < (άμεσο δάνειο) αγγλική Maine

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μέιν ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]