Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γιούτα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: γιούτα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Γιούτα
      γενική της Γιούτας
    αιτιατική τη Γιούτα
     κλητική Γιούτα
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
Γιούτα < (άμεσο δάνειο) αγγλική Utah

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Γιούτα θηλυκό άκλιτο ή κλιτό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Γιούτα < γενική ενικού του ανδρικού Γιούτας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Γιούτα θηλυκό (αρσενικό Γιούτας)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]