Ασβεστάρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ασβεστάρη < γενική ενικού του αρσενικού Ασβεστάρης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ασβεστάρη θηλυκό
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ασβεστάρης
Μεταγραφές
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος
[επεξεργασία]Ασβεστάρη αρσενικό
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ασβεστάρης