Μετάβαση στο περιεχόμενο

ΔΔ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ΔΔ <  : Διακυβερνητική Διάσκεψη

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

Δ.Δ. ή ΔΚ.Δ. θηλυκό άκλιτο αρκτικόλεξο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]