κυβέρνηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κυβέρνηση οι κυβερνήσεις
      γενική της κυβέρνησης
& κυβερνήσεως
των κυβερνήσεων
    αιτιατική την κυβέρνηση τις κυβερνήσεις
     κλητική κυβέρνηση κυβερνήσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυβέρνηση αρχαία ελληνική κυβέρνησις (διακυβέρνηση, διοίκηση) < κυβερνάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυβέρνηση θηλυκό

  1. η εκτελεστική εξουσία ενός κράτους και το σύνολο αυτών που την ασκούν
    ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον αρχηγό του πλειοψηφούντος κόμματος
    στην Ελλάδα επικεφαλής της κυβέρνησης είναι ο πρωθυπουργός, ο οποίος ορίζει τους υπόλοιπους υπουργούς

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]