κυβερνητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κυβερνητικός κυβερνητική κυβερνητικό
γενική κυβερνητικού κυβερνητικής κυβερνητικού
αιτιατική κυβερνητικό κυβερνητική κυβερνητικό
κλητική κυβερνητικέ κυβερνητική κυβερνητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κυβερνητικοί κυβερνητικές κυβερνητικά
γενική κυβερνητικών κυβερνητικών κυβερνητικών
αιτιατική κυβερνητικούς κυβερνητικές κυβερνητικά
κλητική κυβερνητικοί κυβερνητικές κυβερνητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυβερνητικός < κυβερνώ + -τικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.vεɾ.ni.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κυβερνητικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την κυβέρνηση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που είναι φιλικά διακείμενος προς την κυβέρνηση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φιλοκυβερνητικός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αντικυβερνητικός
  3. που έχει σχέση με το κόμμα ή τα κόμματα που στηρίζουν μια κυβέρνηση ή ανήκει σ’ αυτά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κυβερνητικός κυβερνητική κυβερνητικόν κυβερνητικοί κυβερνητικαί κυβερνητικά
Γενική κυβερνητικοῦ κυβερνητικῆς κυβερνητικοῦ κυβερνητικῶν κυβερνητικῶν κυβερνητικῶν
Δοτική κυβερνητικῷ κυβερνητικῇ κυβερνητικῷ κυβερνητικοῖς κυβερνητικαῖς κυβερνητικοῖς
Αιτιατική κυβερνητικόν κυβερνητικήν κυβερνητικόν κυβερνητικούς κυβερνητικάς κυβερνητικά
Κλητική κυβερνητικέ κυβερνητική κυβερνητικόν κυβερνητικοί κυβερνητικαί κυβερνητικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική κυβερνητικώ κυβερνητικά
Γενική-Δοτική κυβερνητικοῖν κυβερνητικαῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυβερνητικός < κυβερνάω + -τικός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷerb- (στρέφω) ή προελληνική

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κυβερνητικός, -ή, -όν