Μετάβαση στο περιεχόμενο

κυβερνητικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κυβερνητικός η κυβερνητική το κυβερνητικό
      γενική του κυβερνητικού της κυβερνητικής του κυβερνητικού
    αιτιατική τον κυβερνητικό την κυβερνητική το κυβερνητικό
     κλητική κυβερνητικέ κυβερνητική κυβερνητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κυβερνητικοί οι κυβερνητικές τα κυβερνητικά
      γενική των κυβερνητικών των κυβερνητικών των κυβερνητικών
    αιτιατική τους κυβερνητικούς τις κυβερνητικές τα κυβερνητικά
     κλητική κυβερνητικοί κυβερνητικές κυβερνητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κυβερνητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυβερνητικός[1][2]. Νεότερες σημασίες < αγγλική cybernetic, γαλλική cybernétique.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ci.veɾ.ni.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κυβερνητικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

κυβερνητικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την κυβέρνηση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν
  2. που είναι φιλικά διακείμενος προς την κυβέρνηση
     συνώνυμα: φιλοκυβερνητικός
     αντώνυμα: αντικυβερνητικός
  3. που έχει σχέση με το κόμμα ή τα κόμματα που στηρίζουν μια κυβέρνηση ή ανήκει σ’ αυτά
  4. (τεχνολογία) σχετιζόμενος με την επιστήμη της κυβερνητικής

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κυβερνητικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. κυβερνητικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κυβερνητικός < αόριστο θέμα κυβερνη- του κυβερνάω + -τικός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ky.beɾ.nɛː.ti.kós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: κυβερνητικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

κυβερνητικός, -ή, -όν, συγκριτικός: κυβερνητικώτερος

  1. καλός στην καθοδήγηση
  2. ικανός στην πλοήγηση, καλός χειριστής του τιμονιού πλοίου
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 8, 551c
    ἄθρει γάρ, εἰ νεῶν οὕτω τις ποιοῖτο κυβερνήτας, ἀπὸ τιμημάτων, τῷ δὲ πένητι, εἰ καὶ κυβερνητικώτερος εἴη, μὴ ἐπιτρέποι—
    Γιατί, πες μου, τί θα γινότανε, αν κάναμε κυβερνήτες των πλοίων τους πλουσιότερους και αποκλείαμε τον φτωχό, μόλο που έχει μεγαλύτερη πείρα στα ναυτικά
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greeklanguage.gr

Παράγωγα

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική κυβερνητικός κυβερνητική τὸ κυβερνητικόν
      γενική τοῦ κυβερνητικοῦ τῆς κυβερνητικῆς τοῦ κυβερνητικοῦ
      δοτική τῷ κυβερνητικ τῇ κυβερνητικ τῷ κυβερνητικ
    αιτιατική τὸν κυβερνητικόν τὴν κυβερνητικήν τὸ κυβερνητικόν
     κλητική ! κυβερνητικέ κυβερνητική κυβερνητικόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ κυβερνητικοί αἱ κυβερνητικαί τὰ κυβερνητικᾰ́
      γενική τῶν κυβερνητικῶν τῶν κυβερνητικῶν τῶν κυβερνητικῶν
      δοτική τοῖς κυβερνητικοῖς ταῖς κυβερνητικαῖς τοῖς κυβερνητικοῖς
    αιτιατική τοὺς κυβερνητικούς τὰς κυβερνητικᾱ́ς τὰ κυβερνητικᾰ́
     κλητική ! κυβερνητικοί κυβερνητικαί κυβερνητικᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ κυβερνητικώ τὼ κυβερνητικᾱ́ τὼ κυβερνητικώ
      γεν-δοτ τοῖν κυβερνητικοῖν τοῖν κυβερνητικαῖν τοῖν κυβερνητικοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές