σκιώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκιώδης σκιώδης σκιώδες
γενική σκιώδους σκιώδους σκιώδους
αιτιατική σκιώδη σκιώδη σκιώδες
κλητική σκιώδη(ς) σκιώδης σκιώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκιώδεις σκιώδεις σκιώδη
γενική σκιωδών σκιωδών σκιωδών
αιτιατική σκιώδεις σκιώδεις σκιώδη
κλητική σκιώδεις σκιώδεις σκιώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκιώδης < αρχαία ελληνική σκιώδης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sci.ˈɔ.ðis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /sci.ˈɔ.ðɛs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκιώδης, -ης, -ες

  1. ο σκιερός
  2. που γίνεται σε χαμηλούς τόνους, που δεν έχει ένταση
  3. (πολιτική) που ανήκει στην σκιώδη κυβέρνηση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]