άληστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

άληστος < αρχαία ελληνική ἄληστος < στερητικό α- και το ρήμα λήθομαι "ξεχνιέμαι" (< λανθάνω)

Επίθετο[επεξεργασία]

άληστος

  1. (λόγιο) αλησμόνητος

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]