άφκιαστα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈa.fca.sta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ά‐φκια‐στα
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]άφκιαστα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφκιαστο