αμόκ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμόκ < γαλλική amok < μαλαϊκά amuk (ο ευρισκόμενος σε κατάσταση μανίας) ή το επίσης μαλαϊκό mengamuk

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμόκ ουδέτερο

  1. επεισόδιο που περιλαμβάνει διχαστική και ετεροκαταστροφική συμπεριφορά
  2. (μεταφορικά) το χάσιμο του ελέγχου, η μανιακή συμπεριφορά
    Η υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε κατάσταση αμόκ όταν σκότωσε τους δύο ανθρώπους.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]