ανθελονοσιακά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθελονοσιακά < ανθελονοσιακός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανθελονοσιακά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): ονομασία κατηγορίας φαρμάκων που χορηγούνται κατά της ελονοσίας.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • πρόκειται για φάρμακα της γενικότερης κατηγορίας των αντιπρωτοζωικών, βασικότερο φάρμακο της υποκατηγορίας αυτής είναι η κινίνη.

Επίρρημα[επεξεργασία]

ανθελονοσιακά

  1. αντί ελονοσιακά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ανθελονοσιακά