αρθρώνω

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από αρθρώνονται)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρθρώνω < αρχαία ελληνική ἀρθρόω, -ῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

αρθρώνω

  1. συναρμολογώ κάτι από τα μέρη του, συνδέω μέρη ενός συνόλου, συνήθως λέξη (συνδέοντας φθόγγους) ή φράση (συνδέοντας λέξεις)
    δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη (από την ταραχή)
    δεν μπόρεσε να αρθρώσει λόγο (δεν είχε να αντιτάξει επιχειρήματα)

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]