ἀρθρόω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀρθρόω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀρθρόω - ἀρθρῶ (συνηρημένο)

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)