βολτ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βολτ < γαλλική volt < ιταλικήAlessandro Volta (Αλεσάντρο Βόλτα, από το όνομα του Ιταλού φυσικού)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βολτ ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]