Μετάβαση στο περιεχόμενο

βοτανίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βοτανίζω < (ελληνιστική κοινή)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vo.taˈni.zo/

βοτανίζω (παθητική φωνή: βοτανίζομαι)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]