ξεριζώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξεριζώνω < ξε- + ρίζα +-ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

ξεριζώνω, παθητικό: ξεριζώνομαι, παθητική μετοχή: ξεριζωμένος

  1. αποσπώ ένα φυτό από το έδαφος έτσι ώστε να βγουν και οι ρίζες
  2. (μεταφορικά) απομακρύνω με τη βία έναν πληθυσμό από την κοιτίδα του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]