Μετάβαση στο περιεχόμενο

βραχυκυκλώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βραχυκυκλώνω < βραχύς + κυκλώνω

βραχυκυκλώνω

  • συνδέω δύο σημεία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος με αγωγό μηδενικής ή μικρής αντίστασης

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]