Μετάβαση στο περιεχόμενο

γαστρίδιον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ γαστρίδιον τὰ γαστρίδι
      γενική τοῦ γαστριδίου τῶν γαστριδίων
      δοτική τῷ γαστριδί τοῖς γαστριδίοις
    αιτιατική τὸ γαστρίδιον τὰ γαστρίδι
     κλητική ! γαστρίδιον γαστρίδι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γαστριδίω
γεν-δοτ τοῖν  γαστριδίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

γαστρίδιον < γάστρ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ίδιον ή υποκοριστικό του γαστήρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γαστρίδιον, -ου ουδέτερο