γροικώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣɾiˈko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γρι‐κώ
Ρήμα
[επεξεργασία]γροικώ
- άλλη μορφή του γρικώ
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | γροικάω - γροικώ | γροικούσα | θα γροικάω - γροικώ | να γροικάω - γροικώ | γροικώντας | |
| β' ενικ. | γροικάς | γροικούσες | θα γροικάς | να γροικάς | γροίκα - γροίκαγε | |
| γ' ενικ. | γροικάει - γροικά | γροικούσε | θα γροικάει - γροικά | να γροικάει - γροικά | ||
| α' πληθ. | γροικάμε - γροικούμε | γροικούσαμε | θα γροικάμε - γροικούμε | να γροικάμε - γροικούμε | ||
| β' πληθ. | γροικάτε | γροικούσατε | θα γροικάτε | να γροικάτε | γροικάτε | |
| γ' πληθ. | γροικάν(ε) - γροικούν(ε) | γροικούσαν(ε) | θα γροικάν(ε) - γροικούν(ε) | να γροικάν(ε) - γροικούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | γροίκησα | θα γροικήσω | να γροικήσω | γροικήσει | ||
| β' ενικ. | γροίκησες | θα γροικήσεις | να γροικήσεις | γροίκα - γροίκησε | ||
| γ' ενικ. | γροίκησε | θα γροικήσει | να γροικήσει | |||
| α' πληθ. | γροικήσαμε | θα γροικήσουμε | να γροικήσουμε | |||
| β' πληθ. | γροικήσατε | θα γροικήσετε | να γροικήσετε | γροικήστε | ||
| γ' πληθ. | γροίκησαν γροικήσαν(ε) |
θα γροικήσουν(ε) | να γροικήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω γροικήσει | είχα γροικήσει | θα έχω γροικήσει | να έχω γροικήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις γροικήσει | είχες γροικήσει | θα έχεις γροικήσει | να έχεις γροικήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει γροικήσει | είχε γροικήσει | θα έχει γροικήσει | να έχει γροικήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε γροικήσει | είχαμε γροικήσει | θα έχουμε γροικήσει | να έχουμε γροικήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε γροικήσει | είχατε γροικήσει | θα έχετε γροικήσει | να έχετε γροικήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν γροικήσει | είχαν γροικήσει | θα έχουν γροικήσει | να έχουν γροικήσει |
| |
Πηγές
[επεξεργασία]- γροικώ - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- γρικώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- γρικώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)