εκπατρίζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκπατρίζομαι' ήδη από το 1824 ως «ἐκπατρίζω, -ομαι»[1] < εκ- + αρχαία ελληνική πατρ(ίς) + -ίζομαι, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική s'expatrier[2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ek.paˈtɾi.zo.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εκ‐πα‐τρί‐ζο‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]εκπατρίζομαι, π.αόρ.: εκπατρίστηκα/εκπατρίσθηκα, μτχ.π.π.: εκπατρισμένος (αποθετικό[3] ή και ενεργητικό εκπατρίζω[4])
- απομακρύνομαι από την πατρίδα μου, με τη θέλησή μου ή χωρίς
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]μετοχές:
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ανεκπάτριστος
- εκπατρισμός
- → δείτε τις λέξεις εκ και πατρίδα
Κλίση
[επεξεργασία]- Επίσης, λόγια μετοχή αορίστου: εκπατρισθείς, εκπατρισθείσα, εκπατρισθέν
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | εκπατρίζομαι | εκπατριζόμουν(α) | θα εκπατρίζομαι | να εκπατρίζομαι | εκπατριζόμενος | |
| β' ενικ. | εκπατρίζεσαι | εκπατριζόσουν(α) | θα εκπατρίζεσαι | να εκπατρίζεσαι | ||
| γ' ενικ. | εκπατρίζεται | εκπατριζόταν(ε) | θα εκπατρίζεται | να εκπατρίζεται | ||
| α' πληθ. | εκπατριζόμαστε | εκπατριζόμαστε εκπατριζόμασταν |
θα εκπατριζόμαστε | να εκπατριζόμαστε | ||
| β' πληθ. | εκπατρίζεστε | εκπατριζόσαστε εκπατριζόσασταν |
θα εκπατρίζεστε | να εκπατρίζεστε | (εκπατρίζεστε) | |
| γ' πληθ. | εκπατρίζονται | εκπατρίζονταν εκπατριζόντουσαν |
θα εκπατρίζονται | να εκπατρίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | εκπατρίστηκα | θα εκπατριστώ | να εκπατριστώ | εκπατριστεί | ||
| β' ενικ. | εκπατρίστηκες | θα εκπατριστείς | να εκπατριστείς | εκπατρίσου | ||
| γ' ενικ. | εκπατρίστηκε | θα εκπατριστεί | να εκπατριστεί | |||
| α' πληθ. | εκπατριστήκαμε | θα εκπατριστούμε | να εκπατριστούμε | |||
| β' πληθ. | εκπατριστήκατε | θα εκπατριστείτε | να εκπατριστείτε | εκπατριστείτε | ||
| γ' πληθ. | εκπατρίστηκαν εκπατριστήκαν(ε) |
θα εκπατριστούν(ε) | να εκπατριστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω εκπατριστεί | είχα εκπατριστεί | θα έχω εκπατριστεί | να έχω εκπατριστεί | εκπατρισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις εκπατριστεί | είχες εκπατριστεί | θα έχεις εκπατριστεί | να έχεις εκπατριστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει εκπατριστεί | είχε εκπατριστεί | θα έχει εκπατριστεί | να έχει εκπατριστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε εκπατριστεί | είχαμε εκπατριστεί | θα έχουμε εκπατριστεί | να έχουμε εκπατριστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε εκπατριστεί | είχατε εκπατριστεί | θα έχετε εκπατριστεί | να έχετε εκπατριστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν εκπατριστεί | είχαν εκπατριστεί | θα έχουν εκπατριστεί | να έχουν εκπατριστεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι εκπατρισμένος - είμαστε, είστε, είναι εκπατρισμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν εκπατρισμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν εκπατρισμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι εκπατρισμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι εκπατρισμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι εκπατρισμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι εκπατρισμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκπατρίζομαι
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εκπατρίζομαι, σελ.ἐκπατρίζω, -ομαι, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
- ↑ εκπατρίζομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ἐκπατρίζομαι σελ.2366 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)
- ↑ Όροι που αρχίζουν με εκπατρ- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Κατηγορίες:
- Λέξεις με πρόθημα εκ- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)