Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκπατρίζομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκπατρίζομαι' ήδη από το 1824 ως «ἐκπατρίζω, -ομαι»[1] < εκ- + αρχαία ελληνική πατρ(ίς) + -ίζομαι, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική s'expatrier[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ek.paˈtɾi.zo.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εκπατρίζομαι

εκπατρίζομαι, π.αόρ.: εκπατρίστηκα/εκπατρίσθηκα, μτχ.π.π.: εκπατρισμένος (αποθετικό[3] ή και ενεργητικό εκπατρίζω[4])

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

μετοχές:

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. εκπατρίζομαι, σελ.ἐκπατρίζω, -ομαι, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
  2. εκπατρίζομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. ἐκπατρίζομαι σελ.2366 -  Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)
  4. Όροι που αρχίζουν με εκπατρ-  Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)