εξαντλήσεις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

εξαντλήσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
  2. θα εξαντλήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξαντλώ

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

εξαντλήσεις θηλυκό

  1. εξάντληση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού