επικυρώσεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

επικυρώσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
  2. θα επικυρώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επικυρώνω

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

επικυρώσεις θηλυκό

  1. επικύρωση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού