επικυρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επικυρώνω < αρχαία ελληνική ἐπικυρόω/ἐπικυρῶ < ἐπι- + κυρῶ < κῦρος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επικυρώνω

  1. πιστοποιώ την εγκυρότητα κάποιου πράγματος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επιβεβαιώνω, προσεπικυρώνω
  2. (κατ’ επέκταση) κάνω τις κατάλληλες ενέργειες, σφραγίζω ή υπογράφω, που χρειάζονται ώστε να είναι κάποιο έγγραφο έγκυρο
  3. προσδίδω κύρος σε κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επισημοποιώ

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]