ζωηρά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωηρά < ζωηρός

Επίρρημα[επεξεργασία]

ζωηρά

  1. με ζωντάνια
  2. έντονα, δυνατά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ζωηρά