θάβομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάβομαι : παθητική φωνή του ρήματος θάβω < αρχαία ελληνική θάπτομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θάβομαι , πρτ.: θαβόμουν, στ.μέλλ.: θα θαφτώ ή ταφώ, αόρ.: θάφτηκα ή τάφηκα, μτχ.π.π.: θαμμένος

  1. (για νεκρό) τοποθετούμαι σε τάφο, ενταφιάζομαι
  2. με σκεπάζουν με χώμα (για κάτι που βρίσκεται στην επιφάνεια)
  3. με τοποθετούν μέσα στη γη και με σκεπάζουν με χώμα
  4. με αποκρύπτουν (για μια είδηση)
  5. με κατακρίνουν, μου κάνουν πολύ αρνητική κριτική

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Σημείωση: Οι παθητικοί χρόνοι από το αοριστικό θέμα ταφ- (ετάφην ή τάφηκα, θα ταφώ, έχω ταφεί) χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν τη σημασία #1 (ενταφιάζομαι). Για τις άλλες σημασίες χρησιμοποιούνται παθητικοί τύποι από το θέμα θαφτ- (θάφτηκα, θα θαφτώ, έχω θαφτεί).

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]