θαλασσώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /θa.laˈso.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : θα‐λασ‐σώ‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]θαλασσώνω, πρτ.: θαλάσσωνα, στ.μέλλ.: θα θαλασσώσω, αόρ.: θαλάσσωσα, μτχ.π.π.: θαλασσωμένος
- μόνον στην έκφραση τα θαλασσώνω
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θαλασσώνω
|
→ δείτε την έκφραση τα κάνω θάλασσα |