θλίψεις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

θλίψεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θλίβω
  2. θα θλίψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θλίβω

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

θλίψεις θηλυκό

  1. θλίψη, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού