καμπόσο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καμπόσο < καμπόσος
Επίρρημα
[επεξεργασία]καμπόσο
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καμπόσο
|
|
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]καμπόσο