Μετάβαση στο περιεχόμενο

καρτακάζα

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καρτακάζα < (άμεσο δάνειο) βενετική gratacasa

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καρτακάζα θηλυκό