κλικ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κλικ < (λόγιο δάνειο) γαλλική clic[1] < ηχομιμητική λέξη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κλικ ουδέτερο άκλιτο
- ήχος διακόπτη ή αντίστοιχος
- μονάδα μεταβολής σε μηχανισμούς
- πρέπει να πάει ακόμα τρία κλικ πιο πάνω
- η πίεση του ενός πλήκτρου σε ποντικι για υπολογιστές
- όταν λέμε διπλό κλικ πάντα εννοούμε το αριστερό γιατί σχεδόν κανένα πρόγραμμα δεν χρησιμοποιεί διπλό δεξί κλικ!
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- μου κάνει κλικ: μου κεντρίζει το ενδιαφέρον
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- ↑ κλικ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας