Μετάβαση στο περιεχόμενο

κυπάρισσος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κυπάρισσος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κυπάρισσος αἱ κυπάρισσοι
      γενική τῆς κυπαρίσσου τῶν κυπαρίσσων
      δοτική τῇ κυπαρίσσ ταῖς κυπαρίσσοις
    αιτιατική τὴν κυπάρισσον τὰς κυπαρίσσους
     κλητική ! κυπάρισσε κυπάρισσοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κυπαρίσσω
γεν-δοτ τοῖν  κυπαρίσσοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κυπάρισσος < άγνωστης ετυμολογίας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κυπάρισσος, -ου θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

κυπάρισσος (αρχαία ελληνικά)

λατινικά: cupressus
αγγλικά: cypress
γαλλικά: cyprès
ισπανικά: ciprés
ιταλικά: cipresso

από το υποκοριστικό κυπαρίσσιον (ελληνιστική κοινή, ουδέτερο)

μεσαιωνικά ελληνικά: κυπαρίσσι, κυπαρίσσιν
νέα ελληνικά: κυπαρίσσι