κυπαρίσσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κυπαρίσσι τα κυπαρίσσια
      γενική του κυπαρισσιού των κυπαρισσιών
    αιτιατική το κυπαρίσσι τα κυπαρίσσια
     κλητική κυπαρίσσι κυπαρίσσια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυπαρίσσι < κυπαρίσσιον, υποκοριστικό από την αρχαία ελληνική κυπάρισσος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυπαρίσσια

κυπαρίσσι ουδέτερο

  1. (βοτανική) αειθαλές κωνοφόρο δέντρο με πολύ ψηλό, ίσιο κορμό και σκούρο πράσινο φύλλωμα το οποίο φύεται σε σχήμα περίπου κωνικό
  2. (μεταφορικά) λέγεται για άνθρωπο ψηλό, με περήφανη κορμοστασιά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

άνθρωπος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]