Μετάβαση στο περιεχόμενο

κόττα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κόττα, κότα

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κόττα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cotta

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κόττα θηλυκό

  • (ενδυμασία) χλαίνη, πανωφόρι
      15ος αιώνας Λεόντιος Μαχαιράς, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνικα, τουτέστιν Χρονικόν, Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Τόμος 2 σελ.@books-google
    Καὶ ἐσκουλλίστην ἡ ἀρχόντισσα τὴν κότταν της καὶ ἐξέβην ἔξω εἰς τὴν λόντζαν καὶ ἐκατέβην εἰς τὸ σέντε· καὶ ἐκεῖ ἐκείθουνταν σέλλαις τῶν τζούστων καὶ ἐσφαλίσαν τὴν δράππαν.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]