μάλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μάλα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάλα
Επίρρημα
[επεξεργασία]μάλα
- (αρχαιοπρεπές) σε χρήση ενάρθρως στην έκφραση: τα μάλα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μάλα
|
→ δείτε τα μάλα |
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /má.la/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μά‐λᾰ
Επίρρημα
[επεξεργασία]μάλα (ᾰᾰ), συγκριτικός : μᾶλλον, υπερθετικός : μάλιστα
- (ποσοτικό επίρρημα) πολύ
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 1 (α. Ἀθηνᾶς παραίνεσις πρὸς Τηλέμαχον.), στίχ. 1 (1-2)
- ※ 125 - 180 κε ⌘ Λουκιανός, Ἡρόδοτος ἢ Ἀετίων
- ἔστιν ἡ εἰκὼν ἐν Ἰταλίᾳ, κἀγὼ εἶδον ὥστε καὶ σοὶ ἂν εἰπεῖν ἔχοιμι .... Ἔρωτες δέ τινες μειδιῶντες· ὁ μὲν κατόπιν ἐφεστὼς ἀπάγει τῆς κεφαλῆς τὴν καλύπτραν καὶ δείκνυσι τῷ νυμφίῳ τὴν Ρωξάνην, ὁ δέ τις μάλα δουλικῶς ἀφαιρεῖ τὸ σανδάλιον ἐκ τοῦ ποδὸς ὡς κατακλίνοιτο ἤδη, ἄλλος τῆς χλανίδος τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐπειλημμένος, Ἔρως καὶ οὗτος, ἕλκει αὐτὸν πρὸς τὴν Ρωξάνην πάνυ βιαίως ἐπισπώμενος. ὁ βασιλεὺς δὲ αὐτὸς μὲν στέφανόν τινα ὀρέγει τῇ παιδί, πάροχος δὲ καὶ νυμφαγωγὸς Ἡφαιστίων συμπάρεστι δᾷδα καιομένην ἔχων, μειρακίῳ πάνυ ὡραίῳ ἐπερειδόμενος-Ὑμέναιος οἶμαί ἐστιν (οὐ γὰρ ἐπεγέγραπτο τοὔνομα).
- Ο πίνακας βρίσκεται στην Ιταλία, εγώ τον είδα και μπορώ έτσι να σου μιλήσω γι αυτόν. ... Υπάρχουν ακόμα χαμογελαστοί έρωτες· ο ένας στέκεται πίσω της, τραβάει το πέπλο και δείχνει στον γαμπρό τη Ρωξάνη. Κάποιος άλλος, σαν πραγματικός δούλος (με πολύ δουλικό τρόπο), της βγάζει το σανδάλι από το πόδι για να ξαπλώσει πια, Ένας τρίτος, Έρωτας και αυτός, έχει πιάσει τη χλαμύδα του Αλεξάνδρου και τον σέρνει προς το μέρος της Ρωξάνης, τραβώντας τον με πολλή βία. Ο ίδιος ο βασιλιάς πάλι προσφέρει στην κόρη στεφάνι· μαζί τους είναι και ο Ηφαιστίωνας, βοηθός και συνοδός της νύφης, που κρατάει λαμπάδα αναμμένη και ακουμπάει πάνω σε όμορφο παλικαράκι, που νομίζω πως είναι ο Υμέναιος (γιατί δεν είναι γραμμένο το όνομά του)
- μετάφραση Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, το κείμενο σε παρένθεση και μικρότερους χαρακτήρες, είναι λέξη-προς-λέξη απόδοση από το Βικιλεξικό
- ἔστιν ἡ εἰκὼν ἐν Ἰταλίᾳ, κἀγὼ εἶδον ὥστε καὶ σοὶ ἂν εἰπεῖν ἔχοιμι .... Ἔρωτες δέ τινες μειδιῶντες· ὁ μὲν κατόπιν ἐφεστὼς ἀπάγει τῆς κεφαλῆς τὴν καλύπτραν καὶ δείκνυσι τῷ νυμφίῳ τὴν Ρωξάνην, ὁ δέ τις μάλα δουλικῶς ἀφαιρεῖ τὸ σανδάλιον ἐκ τοῦ ποδὸς ὡς κατακλίνοιτο ἤδη, ἄλλος τῆς χλανίδος τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐπειλημμένος, Ἔρως καὶ οὗτος, ἕλκει αὐτὸν πρὸς τὴν Ρωξάνην πάνυ βιαίως ἐπισπώμενος. ὁ βασιλεὺς δὲ αὐτὸς μὲν στέφανόν τινα ὀρέγει τῇ παιδί, πάροχος δὲ καὶ νυμφαγωγὸς Ἡφαιστίων συμπάρεστι δᾷδα καιομένην ἔχων, μειρακίῳ πάνυ ὡραίῳ ἐπερειδόμενος-Ὑμέναιος οἶμαί ἐστιν (οὐ γὰρ ἐπεγέγραπτο τοὔνομα).
- ≠ αντώνυμα: ἦκα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]μάλα (αρχαία ελληνικά)
- ⇘ νέα ελληνικά: μάλα
Πηγές
[επεξεργασία]- μάλα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μάλα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επιρρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ποσοτικά επιρρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)