Μετάβαση στο περιεχόμενο

μάλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μάλα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάλα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

μάλα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /má.la/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μάλᾰ

Επίρρημα

[επεξεργασία]

μάλα (ᾰᾰ), συγκριτικός:  μᾶλλον, υπερθετικός:  μάλιστα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

μάλα (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: μάλα