μέγαρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

μέγαρα ουδέτερο

  1. μέγαρο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέγαρα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • λάκκοι στους οποίους έριχναν μικρά γουρουνάκια κατά τα Θεσμοφόρια

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

  • μεγαρίζω (επισκέπτομαι τα μέγαρα κατά τα Θεσμοφόρια)

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

μέγαρα ουδέτερο

  1. μέγαρον, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού
  2. (ουδέτερο στον πληθυντικό, συχνά στον Όμηρο) παλάτι, μέγαρο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]