παλάτι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλάτι παλάτια
γενική παλατιού παλατιών
αιτιατική παλάτι παλάτια
κλητική παλάτι παλάτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλάτι < ελληνιστική κοινή παλάτιον < λατινική palatium < Palatinus (ένας από τους επτά λόφους της Ρώμης)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈla.ti/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλάτι ουδέτερο

  1. το ανάκτορο, το οίκημα όπου διαμένει ένας βασιλιάς, ένας ηγεμόνας
  2. το κέντρο εξουσίας που διαμορφώνεται από τον ίδιο το βασιλιά καθώς και τον περίγυρό του
Εαμίτης δεν έγινε ποτέ, και όμως δεν έχανε ευκαιρία να υποστηρίζει τους Εαμίτες και να ρίχνει όλα τα κρίματα στο "παλάτι". (Σώτη Τριανταφύλλου, Η φυγή)
  1. (μεταφορικά) ένα πολύ όμορφο ή/και πολυτελές σπίτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]