Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαντό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαντό < (λόγιο δάνειο) γαλλική manteau[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /manˈto/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μαντώ κατά την προφορά του n-t

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαντό ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]