μείγνυμι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  μείγνυμι   μείγνυμαι 
Παρατατικός  ἐμείγνυν   ἐμειγνύμην 
Μέλλοντας  μείξω   μείξομαι & μειχθήσομαι, μιγήχομαι 
Αόριστος  ἔμειξα   ἐμειξάμην & ἐμείχθην, ἐμίγην 
Παρακείμενος  μέμειχα   μέμειγμαι 
Υπερσυντέλικος  ἐμεμείχειν   ἐμεμείγμην 
Συντελ.Μέλλ.  μεμειχώς ἔσομαι 

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μείγνυμι < {{λείπει η ετυμολογία|grc]}

Ρήμα[επεξεργασία]

μείγνυμι

  1. αναμειγνύω, ανακατεύω (υγρά ή άλλες ουσίες)
  2. (κατ’ επέκταση) ενώνω, φέρνω σε επαφή
  3. (μεταφορικά) συνουσιάζομαι

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]