μελανόφθαλμου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]μελανόφθαλμου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελανόφθαλμος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του μελανόφθαλμος
μελανόφθαλμου